Καθώς το Coaching αποτελεί νέο και ανερχόμενο επάγγελμα με συνεχή ανάπτυξη, μια από τις προκλήσεις που συναντάει είναι ο διαχωρισμός του από την pop προσέγγιση και τις μη τεκμηριωμένες πρακτικές. Αν και το Coaching δεν διαθέτει το ίδιο εκτεταμένο σύνολο δεδομένων και  στοιχείων όπως άλλες παλαιότερες επιστήμες, έχουν ήδη αναπτυχθεί σημαντικά Coaching μοντέλα, ενώ παράλληλα υπάρχει πληθώρα γνώσεων από τομείς όπως η Ψυχολογία, η Εκπαίδευση Ενηλίκων, η Επικοινωνία, ο Επαγγελματικός Προσανατολισμός, το Μάνατζμεντ κ.α. που μπορούν να επηρεάσουν θετικά τη γνώση και την πρακτική των Coaches.

Οι Coaches λοιπόν, καλούνται να ενσωματώνουν στοιχεία τόσο από την έρευνα που σχετίζεται με το Coaching όσο και από σχετικούς κλάδους, τη δική τους εμπειρία και την κατανόηση της μοναδικότητας κάθε πελάτη. Η πρακτική που βασίζεται στην προσέγγιση (EBP – Evidence Based Practice) ενσωματώνει τις τρεις αυτές συνθήκες στο σχεδιασμό παρεμβάσεων που αποσκοπούν στη θετική ανάπτυξη και αλλαγή των Coachees (αποδεκτών). Η προσέγγιση EBP έχει τη δυνατότητα να συμβάλλει θετικά στην πρακτική του Coaching, να αυξήσει την αξιοπιστία του ως μέθοδο παρέμβασης, να υποστηρίξει τον Coach και να οδηγήσει σε ποιοτικές υπηρεσίες.

Τι είναι η Evidence Based Πρακτική (EBP);

Πριν χρησιμοποιήσουμε την EBP προσέγγιση στο Coaching, είναι χρήσιμο να παρατηρήσουμε πως η ίδια προσέγγιση έχει αναπτυχθεί και χρησιμοποιηθεί σε άλλες επιστήμες. Η EBP ξεκίνησε μέσω της πρακτικής της ιατρικής και από τότε επηρέασε αρκετούς τομείς, με κύριο τον τομέα της ψυχολογίας. Ο συνδυασμός της θεωρίας, της έρευνας και της ίδιας της πρακτικής, αποτέλεσε πεδίο συζήτησης, κυρίως για το πώς οι θεωρητικές γνώσεις και τα ευρήματα των ερευνών μπορούν να ενσωματωθούν στην πράξη, δημιουργώντας αποτελεσματικές μεθόδους παρέμβασης. Σύμφωνα με την επιστήμη της Ιατρικής:

Η Evidence Based πρακτική είναι η συνειδητή, ρητή και ορθολογική χρήση των επιστημονικών στοιχείων για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη φροντίδα των ασθενών, το οποίο σημαίνει ότι συνδυάζει την κλινική εμπειρία με τα διαθέσιμα κλινικά στοιχεία συστηματικών ερευνών.

Αναλύοντας τον συγκεκριμένο ορισμό, παρατηρούμε τρία κύρια χαρακτηριστικά που είναι χρήσιμο να συζητηθούν. Αρχικά η ΕΒΡ προϋποθέτει ότι ο εκάστοτε επαγγελματίας (γιατρός, ψυχολόγος, Coach κ.λπ.) χρησιμοποιεί τις καλύτερες διαθέσιμες γνώσεις στον τομέα του. Δεύτερον, ο επαγγελματίας που χρησιμοποιεί την EBP καλείται να συνδυάσει αυτές τις γνώσεις με την εμπειρία του. Τρίτον, αυτός ο συνδυασμός πρέπει να λάβει υπόψη του την προσωπική κατάσταση κάθε πελάτη. Λαμβάνοντας υπόψη τις τρεις αυτές συνθήκες, οι παρεμβάσεις που προκύπτουν είναι μοναδικά προσαρμοσμένες σε κάθε πελάτη, μέσω της χρήσης ενός επιστημονικού και πρακτικού πλαισίου.

Ως εκ τούτου, η EBP δεν ακολουθεί ένα άκαμπτο πρωτόκολλο. Αντίθετα απαιτεί μια προσεκτική προσέγγιση στην αξιολόγηση του τι είναι γνωστό από τις διαφορετικές υπάρχουσες τεχνικές, τι μας λέει η εμπειρία μας και τι ακριβώς χρειάζεται ο πελάτης για να οδηγηθεί σε επιτυχή αποτελέσματα.

Η χρήση επομένως των βέλτιστων διαθέσιμων γνώσεων, η εμπειρία του επαγγελματία και η συνεκτίμηση των προτιμήσεων των πελατών, είναι τα τρία βασικά συστατικά που αποτελούν την ιδέα της πρακτικής που βασίζεται στην τεκμηρίωση και που μπορεί να δημιουργήσει αποτελεσματικές παρεμβάσεις για τους αποδέκτες των Coaching υπηρεσιών.

Βιβλιογραφία

Messer, S.B. (2004). Evidence-based practice: Beyond empirically supported treatments. Professional Psychology: Research and Practice, 35, 580-588.

Sackett, D. L., Haynes, R. B., Guyatt, G. H., & Tugwell, P. (1996). Evidence based medicine: What it is and what it isn’t. British Medical Journal, 13, 71-72.

Stober, D.R. & Parry, C. (2004) Current challenges and future directions in coaching research. In A.M. Grant, M.J. Cavanagh, & T. Kemp, Evidence-based coaching (Vol. 1): Contributions from the Behavioral Sciences. Sydney, Australia: Australian Academic Press.