Οι μικρο-εντάσεις στους χώρους εργασίας είναι ένα σύνηθες φαινόμενο. Ανεξάρτητα από την μορφή τους – λεκτικές, συμπεριφορικές, περιβαλλοντικές – επικοινωνούν τις περισσότερες φορές εχθρικές, υποτιμητικές ή αρνητικές αντιλήψεις και προσβολές σε ένα άτομο ή σε μια ομάδα-στόχο. Πρόκειται για περιστατικά στα οποία κάποιος κατά λάθος ή σκόπιμα κάνει μια προσβλητική δήλωση ή θέτει μια αγενή ερώτηση.

Ακόμα και οι εντάσεις που φαίνονται μικρές, με την πάροδο του χρόνου, μπορούν να έχουν επιβλαβείς επιπτώσεις στην εμπειρία ενός υπαλλήλου, τη σωματική υγεία και την ψυχολογική του ευεξία. Σύμφωνα με έρευνες, οι μικρές αλλά συχνές εντάσεις είναι τουλάχιστον εξίσου επιβλαβείς με όσες δείχνουν σημαντικές και μεγάλες.

Οι βασικοί τρόποι αντίδρασης στις μικρο-εντάσεις είναι τρεις:

Αφήστε το να περάσει. Επειδή αφορούν αρκετές φορές σε λεπτά ζητήματα ή άλλες σε ασήμαντα, για κάποιους, και στο βωμό της εύρυθμης λειτουργίας  μιας ομάδας εργασίας, ίσως η πιο συνηθισμένη συμβουλή από κάποιον είναι η επιλογή να μην αντιμετωπίσετε τα υποτιμητικά σχόλια. Ωστόσο, η σιωπή δημιουργεί ένα συναισθηματικό φορτίο, αφήνει απορίες όπως τι συνέβη και γιατί, αμφισβητεί το δικαίωμά σας να αισθάνεστε προσβεβλημένοι και σε βάθος χρόνου εξαντλεί συναισθηματικά.

Απαντήστε αμέσως. Η αμεσότητα είναι ένα σημαντικό στοιχείο για την επίλυση μιας έντασης. Επιτρέπει τις αμοιβαίες εξηγήσεις όσο οι λεπτομέρειες του συμβάντος είναι φρέσκες στο μυαλό όλων των εμπλεκομένων. Αυτή η προσέγγιση όμως μπορεί να αποδειχτεί και λανθασμένη. Ο επικριτής μπορεί να αποκτήσει αμυντική στάση, αφήνοντας τον “στόχο” του να αισθανθεί ως κάποιος υπερβολικά ευαίσθητος που “έχασε τον έλεγχο” ή κάποιος που παρεξηγείται εύκολα και δημιουργεί προβλήματα συχνά, δημιουργώντας έτσι ένα στερεότυπο θυμωμένου ατόμου.

Δώστε χρόνο. Η πιο μετριοπαθής αντίδραση είναι να απευθυνθείτε ιδιωτικά στον υπαίτιο σε μεταγενέστερη χρονική στιγμή με σκοπό να εξηγήσετε γιατί νιώσατε άβολα. Εδώ, ίσως υπάρξει βέβαια το πρόβλημα να μην μπορέσει κάποιος να ανακαλέσει όλες τις λεπτομέρειες του συμβάντος, άρα και να εκτιμήσει τον αντίκτυπό του. Επιπλέον, ίσως θεωρηθείτε το άτομο που συντηρεί “μικρά πράγματα” ενώ το άλλο μέρος, που δεν είχε σκοπό να δημιουργήσει μια ένταση, προχώρησε.

Σας προτείνουμε το ακόλουθα βήματα για να προσδιορίσετε ποια αντίδραση είναι καλύτερη για εσάς σε κάθε δεδομένη κατάσταση και στη συνέχεια, πώς θα διασφαλίσετε έναν αποτελεσματικό διάλογο.

1ο βήμα: Προσδιορίστε πόσο χρόνο και ενέργεια θέλετε να επενδύσετε στην αντιμετώπιση ενός τέτοιου περιστατικού. Μην αισθάνεστε πιεσμένοι να απαντήσετε, μάλλον αισθανθείτε εξουσιοδοτημένοι να το κάνετε όταν αποφασίσετε ότι πρέπει.

Αξιολογήστε:

  • Την σημασία του ζητήματος και της εργασιακής σχέσης. Εάν ένα από τα δύο είναι ή και τα δύο είναι σημαντικά για εσάς, η αποφυγή είναι λάθος προσέγγιση. Εκφραστείτε με τρόπο που δείχνει σεβασμό για τον συνάδελφό σας και βεβαιωθείτε ότι αναγνωρίζει την ανησυχία σας για την ένταση.
  • Τα συναισθήματά σας. Επιτρέψτε στον εαυτό σας να νιώσει το συναίσθημα που προκύπτει, είτε είναι θυμός, απογοήτευση, σύγχυση, αμηχανία, ή κάτι άλλο. Οποιοδήποτε συναίσθημα πρέπει να ληφθεί υπόψη στην απόφασή σας σχετικά με το εάν, πώς και πότε θα ανταποκριθείτε. Με πιο ενεργά αρνητικά συναισθήματα όπως ο θυμός, είναι καλύτερο να αντιμετωπίσετε το περιστατικό αργότερα. Εάν είστε μπερδεμένοι, μια άμεση συζήτηση μπορεί να είναι προτιμότερη. Εάν είστε απλώς εξαντλημένοι από το βάρος της εργασίας, ίσως είναι καλύτερο να το αφήσετε να περάσει.
  • Πώς θέλετε να σας αντιμετωπίζουν τώρα και στο μέλλον. Υπάρχουν συνέπειες τόσο στο να ανταποκρίνεσαι στις εντάσεις όσο και στο να παραμένεις σιωπηλός. Μόνο εσείς μπορείτε να προσδιορίσετε τι έχει περισσότερη σημασία για εσάς σε κάθε κατάσταση.

2ο βήμα: Εάν επιλέξετε να αντιμετωπίσετε μια ένταση, θυμηθείτε πως ο σκοπός είναι μια γόνιμη συζήτηση. Ένας λόγος που αποφεύγουμε τις συνομιλίες είναι ότι κάνουν τους ανθρώπους αμυντικούς. Οι υπαίτιοι των μικρο-εντάσεων συνήθως έρχονται σε δύσκολη θέση όταν γίνονται αντιληπτές. Εξηγήστε ότι η συνομιλία μπορεί να είναι άβολη για αυτούς, αλλά ότι αυτό που μόλις είπαν ή έκαναν ήταν άβολο για εσάς. Προσκαλέστε τους να φτάσουν στη ρίζα της συμπεριφοράς τους απέναντί σας.

3ο βήμα: Προκαλέστε τον υπαίτιο να διευκρινίσει τη δήλωση ή τη δράση του. Χρησιμοποιήστε μια διερευνητική ερώτηση, όπως “Πώς το εννοείς;” Ίσως έτσι του δώσετε την ευκαιρία να γίνει πιο ξεκάθαρος, ενώ παράλληλα δίνετε στον εαυτό σας την ευκαιρία να αξιολογήσετε καλύτερα την πρόθεσή του. Αναγνωρίστε ότι αποδέχεστε τις προθέσεις του να είναι όπως ο ίδιος δηλώνει. Εξηγήστε πώς το ερμηνεύσατε αρχικά και γιατί, και σημειώστε τον αντίκτυπο της μικρο-έντασης.

4ο βήμα: Αποφασίστε τι θα σημαίνει αυτό το περιστατικό για την καθημερινότητά σας και τη δουλειά σας – τι θα κρατήσετε από αυτή την αλληλεπίδραση και τι όχι. Η προστασία της ηρεμίας και της αποτελεσματικότητάς σας στον εργασιακό χώρο, πρέπει να είναι προτεραιότητά σας.

Το έργο της συνεργασίας δεν είναι πάντα εύκολο. Ο έγκαιρος και στρατηγικός διάλογος όμως σχετικά με τις μικρο-εντάσεις, φαίνεται να έχει τα καλύτερα αποτελέσματα.